Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΘΑΝΑΤΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΘΑΝΑΤΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ

Μ.Ν. Τίποτα δεν κατάλαβε. Όλη την ώρα μου 'λεγε «θυμάσαι;» Τι να θυμηθώ. Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα. Όμως τη μέρα αισθάνομαι άσχημα - πως να το πω: απροετοίμαστη. Βρέθηκα μέσα στη ζωή τόσο άξαφνα - κει που δεν το περίμενα καθόλου. Έλεγα «μπα θα συνηθίσω». Κι όλα γύρω μου έτρεχαν. Πράγματα κι άνθρωποι έτρεχαν, έτρεχαν - ώσπου βάλθηκα κι εγώ να τρέχω σαν τρελή. Αλλά, φαίνεται, το παράκανα. Επειδή -δεν ξέρω- κάτι παράξενο έγινε στο τέλος. Πρώτα έβλεπα τον νεκρό κι ύστερα γινόταν ο φόνος. Πρώτα ερχόταν το αίμα κι ύστερα ο χτύπος κι η κραυγή. Και τώρα όταν ακούω να βρέχει δεν ξέρω τι με περιμένει...

 OΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

φωτο:Κ.ΜΠΑΡΑΣ





78)

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010

Τα φιλιά του αποχαιρετισμού



«αυτούς που φεύγουν για ταξίδια δίχως γυρισμό να τους φιλάς εφτά φορές, όσα τα χρόνια που κρύβονται στο σπασμένο καθρέφτη· τρία φιλιά να τους δίνεις στο μέτωπο, ένα για τα όνειρα που μαζί σκαρώσατε, ένα για τις ρυτίδες που ο καιρός σάς χάραξε κι ένα για τα χαμόγελα που μοιραστήκατε. Έπειτα να τους φιλάς δυο φορές στο ζερβί μάγουλο, μια για τα δάκρυα που ξεράθηκαν πάνω στο δέρμα και μια για την ελπίδα που σας κράτησε μακριά απ' τον ύπνο τα έναστρα καλοκαιρινά βράδια· κατόπιν να τους δίνεις ένα φιλί ακόμη στο μάγουλο το δεξί για το μαύρο σημάδι του ουρανού που όρισε το διάβα της ζωής σας. Τέλος, να τους φιλάς και μια φορά στο λαιμό για κείνο το πικρό παράπονο που κάποτε σας δέθηκε κόμπος στο λαρύγγι...»
«πρώτα απ' όλα, λοιπόν, όταν φεύγεις σημαίνει πως κάποιος πρέπει να σε φιλήσει...».
Κι αν δε βρεθεί κανείς να σου τα δώσει τούτα τα φιλιά του αποχωρισμού;»
«...αν δε βρεθεί κανείς, θα γυρνάς εδώ κι εκεί χωρίς να βρίσκεις ησυχία...θα τυραννιέσαι εις τον αιώνα των αιώνων, όπου πηγαίνεις πίσω σου θα σέρνονται φίδια σαν ερινύες, στον ύπνο δε θα βρίσκεις λυτρωμό, τα βλέφαρά σου θα τα σκεπάζει μαύρη βαριά λάσπη, φριχτοί ίσκιοι θα σου φράζουν το στόμα και τα ρουθούνια και θα σε εμποδίζουν να πάρεις ανάσα...Σας το λέω...αν κάποτε φύγετε πρέπει κάποιος να σας φιλήσει όπως σας είπα...»
«...κι αν κάποιος φύγει ξαφνικά προτού προφτάσεις να του δώσεις τα εφτά φιλιά, τότε τι γίνεται;»
«αν κάποιος φύγει ξαφνικά, όπως λες, πρέπει να βρεις έναν καθρέφτη, μικρό ή μεγάλο, που κάποτε φυλάκισε την εικόνα του — το ξέρεις, θαρρώ, πως οι καθρέφτες δεν ξεχνάνε ποτέ. Αυτόν τον καθρέφτη φίλα τον εφτά φορές κι έπειτα σπάσ' τον· θα 'ναι σαν να φιλάς αυτόν που έφυγε. Μονάχα μην ξεχάσεις να σπάσεις τον καθρέφτη...».
«...κι άμα αυτός ποτέ του δεν είχε δει το πρόσωπό του στον καθρέφτη;... κι αν ο καθρέφτης έχει χαθεί και δεν μπορείς να τον βρεις πουθενά;»
«τότε...θα περιμένεις ίσαμε να χαθεί ο ήλιος μια ώρα του μεσημεριού. Γιατί σε εκείνο το σκοτάδι που απλώνεται μες στην ημέρα οι δαίμονες βρίσκουν το δρόμο κι έρχονται πλάι μας, ανάμεσά μας, κλέβουν τον αέρα απ' την ανάσα μας, μας ακουμπούν μάγουλο με μάγουλο, γυρεύοντας έτσι μια στάλα απ' τη χαμένη γαλήνη τους, έναν πρόσκαιρο ελάχιστο αναπαμό απ' το τυράννισμα της μαύρης φλόγας· και μόλις έρχεται ξανά το φως της ήλιου, αυτοί χάνονται πίσω. Μαζί με τους δαίμονες, λοιπόν, όσο βαστά η έκλειψη του ήλιου, έρχονται ανάμεσά μας και όσοι έφυγαν αφίλητοι. Τότε φίλησε εφτά φορές στον αέρα· θα 'ναι και πάλι σαν να φιλάς εφτά φορές αυτόν που έφυγε χωρίς να τον αποχαιρετήσεις και δεν έχεις καθρέφτη που να 'χει φυλακίσει τη μορφή του...».



«δηλαδή, κυρία, όταν φεύγεις σημαίνει πως θα γυρίσεις;» ρώτησα τη δασκάλα μας με ολοφάνερη αγωνία· «όταν φεύγεις σημαίνει πως κάποιος σε περιμένει...» μου απάντησε η κυρία Δομένικα με μελαγχολική φωνή..


θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα

μέρος β [ο άνεμος] * κεφάλαιο 11ο

εκδόσεις δήγμα


φωτο:Κ.ΜΠΑΡΑΣ

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα






11.

Ο Θεός σβήστηκε

Θα 'χε περάσει καμιά βδομάδα από τη δεκάτη τετάρτη Σεπτεμβρίου του εβδομήντα πέντε, από τότε δηλαδή που το ασημένιο ρολόι χάθηκε κάτω απ' το μαντίλι της κυρίας Δομένικας, όταν ένα μουντό μεσημέρι (είχαμε μάθημα στην απογευματινή βάρδια) η κυρία Δομένικα μας μίλησε για το τι σημαίνει να αγαπάς έχοντας δεμένα τα μάτια σου με μαύρη κορδέλα. Όλα άρχισαν προς το τέλος της δεύτερης ώρας, τότε που η δασκάλα μας έγραψε με μεγάλα γράμματα πάνω πάνω στον πίνακα τη λέξη «Θεός» κι εμείς αντιγράψαμε τα τέσσερα γράμματα στα τετράδιά μας —στην ουσία, τα ζωγραφίσαμε— καθώς δεν είχαμε μάθει ακόμα την αλφαβήτα. Κι αφού τελειώσαμε την αντιγραφή κι ενώ περιμέναμε την κυρία Δομένικα να μας ζωγραφίσει στον πίνακα αυτό που σήμαινε εκείνη η λέξη — έτσι είχε κάνει όλες τις προηγούμενες ημέρες με τις λέξεις που άρχιζαν από τα εφτά πρώτα γράμματα του αλφαβήτου, όπως μας είχε ζωγραφίσει δηλαδή

τον άνεμο,

τη βροχή,

το γάλα που χύθηκε απ' το ποτήρι,

το δάκρυ,

τον εχθρό,

τη ζάχαρη,

και τον ήλιο

Ενώ περιμέναμε λοιπόν την κυρία Δομένικα να μας ζωγραφίσει το Θεό, εκείνη άφησε την κιμωλία πάνω στην έδρα και προχώρησε προς το παράθυρο. Θα πέρασαν δέκα περίπου λεπτά που η δασκάλα μας κοιτούσε τον γκρίζο ουρανό — τι να 'ψαχνε άραγε; Κάποτε ο Σώτερ ψέλλισε χαμηλόφωνα «κυρία, δε μας ζωγραφίσατε το Θεό...», η κυρία Δομένικα γύρισε τότε και μας κοίταξε, είχε ένα ύφος θλιμμένο και συνάμα γλυκύτατο, «άκουσε» είπε, «δεν υπάρχει τίποτε για να σας ζωγραφίσω...». Και σαν είπε αυτά τα λόγια, έγινε αναμεταξύ μας σούσουρο, τι να εννοούσε άραγε με τούτη την κουβέντα της η δασκάλα μας, μήπως το ότι δεν υπήρχε Θεός, μα τότε ποιος ήταν ο υπερκόσμιος πατέρας μας που έφτυσε και μας έπλασε και μας φύσηξε τη ζωή, ποιος ήταν αυτός που γέμισε την ομορφιά αγκάθια και στο κουκούτσι της κάθε ηδονής στάλαξε τη θλίψη, τη μελαγχολία και τις τύψεις· κι αν δεν υπήρχε Θεός, εμείς πώς υπήρχαμε, μήπως είχαμε φυτρώσει στα λάχανα; Τέτοια ερωτήματα τριβέλιζαν το νου μας, όταν ξαφνικά ο Ζήσης έβαλε τα κλάματα κι όλοι λίγο πολύ μπορούσαμε να φανταστούμε το γιατί. Εκείνη, μόλις είδε το Ζήση να κλαίει, αμέσως πήγε στο θρανίο του, γονάτισε πλάι του και με τη γυμνή παλάμη του αριστερού της χεριού τού σκούπισε τα δάκρυα, ενώ με το δεξί τού χάιδευε το μάγουλο· μάλιστα, καθώς είχα συνεχώς στραμμένο το βλέμμα μου επάνω της, μου φάνηκε για μια στιγμή πως έβαλε αστραπιαία το δάχτυλό της στη γλώσσα της και γεύτηκε τα δάκρυα του φίλου μας. Όταν ησύχασε κάπως ο Ζήσης —γιατί, όσο κι αν αγαπάς το Θεό, δε γινόταν να μην τον ησυχάσει το χάδι της δασκάλας μας—, η κυρία Δομένικα άρχισε να μας περνά όλους έναν έναν με βλέμμα διαπεραστικό — ήθελε θαρρείς να τρυπήσει το μυαλό μας· κάποτε μίλησε με φωνή τρεμάμενη, «ό,τι είναι να ρωτήσετε, ρωτήστε το τώρα...» είπε, ήτανε ολοφάνερο πως είχε ταραχτεί για τα καλά. Έγινε σιωπή τότε για ένα δύο λεπτά, κατόπιν ο Σώτερ σήκωσε το κεφάλι του, την κοίταξε καταπρόσωπο και τη ρώτησε ορθά κοφτά: «κυρία, πέστε μας, υπάρχει ή δεν υπάρχει;». Μόλις άκουσε την ερώτηση του Σώτερ, η κυρία Δομένικα έσκυψε το κεφάλι της, προσπάθησε να αρθρώσει κάποια κουβέντα που ανέβηκε στο στόμα της, μα δίστασε την τελευταία στιγμή —ίσως και να 'χε σκοπό κάποια πράγματα να μας τα πει αργότερα, όταν θα έχουμε δακρύσει έστω και μια φορά από τη θλίψη κάποιου σβησμένου δειλινού—, ωστόσο σχεδόν αμέσως κατάλαβε πως εκεί που είχαν φτάσει τα πράγματα δε γινόταν να μη μας μιλήσει. Τότε πήρε βαθιά ανάσα και μας ρώτησε: «Θέλετε να περπατήσουμε μαζί ως τις μαργαρίτες;».

Πράγματι, εκείνο το μουντό μεσημέρι περπατήσαμε ως τις μαργαρίτες. Ήταν ένα απόμερο ξέφωτο, εκεί όπου τέλειωνε το Μικρό Ρέμα, στη στροφή του κάτω δρόμου· ένα ξέφωτο γεμάτο με κάτασπρα λουλούδια. Στο κέντρο τους έκαιγε σαν ήλιος η κίτρινη γύρη. Τα λουλούδια αυτά —τι παράξενο— μέναν ολάνθιστα όλον το χρόνο· μόνο μια μέρα το φθινόπωρο και μια την άνοιξη μια σταγόνα ολοκόκκινο αίμα λέρωνε ανεξήγητα τα ολόλευκά τους πέταλα, κι ο Κώστας ρωτούσε πάντοτε το ίδιο, «αφού τα λουλούδια δεν έχουν αμαρτίες, γιατί ματώνουν;», ωστόσο εκείνη τη μέρα, που περπατήσαμε για πρώτη φορά ως τις μαργαρίτες μαζί με την κυρία Δομένικα, δεν ξέραμε τίποτε απ' όλα αυτά, μονάχα ξέραμε πως τα πέταλα εκείνων των λουλουδιών τα μαδάνε για κάποιο λόγο της καρδιάς, και προχωρούσαμε διστακτικοί και αμίλητοι. Κάποτε φτάσαμε στο μικρό ξέφωτο κι η δασκάλα μας κάθισε πρώτη οκλαδόν· ευθύς τη μιμηθήκαμε κι εμείς. Τότε ήταν που η κυρία Δομένικα άρχισε να μιλά, κι η γλυκύτατη φωνή της ένιωθες πως σε τύλιγε σαν μεθυστική ευωδιά: «κοιτάξτε τα λουλούδια γύρω σας...» είπε χαϊδεύοντας με την αριστερή της παλάμη το χώμα, «χαίρονται την ομορφιά, τον ήλιο, και τη βροχή δίχως να καταλαβαίνουν, βλασταίνουν και μαραίνονται ολομόναχα δίχως να νιώθουν τ' άνθισμά τους ή το χαμό τους· απλά στέκουνε τώρα κι αύριο θα ξεραθούν, θα τα σκορπίσει ο αέρας... Άραγε ποιος θα τα θυμάται;». Αυτά μας έλεγε εκείνη, κι εμείς μήτε που καταλαβαίναμε τι σχέση είχε ο Θεός με τα λουλούδια που δε θα τα θυμάται κανένας αύριο, μα ήτανε τόσο γλυκιά η φωνή της, που σε μάγευε και μόνο να την ακούς: «Οι άνθρωποι θυμούνται και καταλαβαίνουν, γι' αυτό ζουν το χαμό τους κάθε μέρα, αγαπούνε σε εκατόμβες πλημμυρισμένες στο αίμα, νοσταλγούν με σιδερένια δόντια στην καρδιά, κατανοούν το φόβο διά του φόβου, τετραγωνίζουν το θάνατο διά του θανάτου, κι όλα καταλήγουν στη μαύρη χοάνη, εκεί που σε κυκλώνει ένας εφιάλτης δίχως διέξοδο. Σε αυτή τη φρικτή χοάνη έρχεται κάποτε η ώρα που κάποιος μοιράζεται μαζί σου τον εφιάλτη και τότε το λουλούδι ανθίζει για να κελαηδήσει το κοράκι, το αφρόψαρο πηδά για να δακρύσει το λιοντάρι κι ο δήμιος τραγουδά για να γαληνέψει το πρόβατο, καθώς τότε, σαν σε τρελό πανηγύρι μες στον τρόμο, όλοι δίνουν όσα έχουν δίχως όριο: σινιάλα, χαμόγελα, ιδρώτα, λόγια, φιλιά, χάδια, αίμα, σάρκα, όρκους, την ίδια τη ζωή που πνέει στο σώμα, το αποτύπωμα του χεριού, το λαμπύρισμα των μαγεμένων ματιών, τα δάκρυα των απελπισμένων ερώτων... Αυτό νομίζω πως είναι ο Θεός, ένας κοινός εφιάλτης με όποιον βρέθηκε απέναντί σου, δίχως λογική κι ερμηνείες. Τι να σας ζωγραφίσω λοιπόν από αυτόν που σχηματίζεται με τη δική σας ανάσα; Μου μίλησαν και θα σας μιλήσουν για το Θεό που εύκολα ζωγραφίζεται μ' ένα σταυρό, μ' ένα μαστίγιο, μ' ένα μαχαίρι, για ένα Θεό που δίνει και παίρνει πίσω ό,τι έδωσε, για ένα Θεό που κρίνει και πληρώνει και θανατώνει και σημαδεύει, για το Θεό που συντρίβει τους πονηρούς όφεις, που προσφέρει το έλεος με ζυγαριά. Μην τους πιστέψετε· αν σας μιλήσουν για τούτο το Θεό, θα σας λένε ψέματα, θα σας μιλούν τα εντόσθια του στομαχιού τους κι όχι η γλώσσα τους. Γιατί ο Θεός της τελικής κρίσης είναι ένα ποτήρι με φαρμάκι... Γι' αυτό σας λέω, μην ξεραίνετε την ψυχή σας με το όνομά του· Θεός είναι να αγαπάς στο σκοτάδι έχοντας δεμένα τα μάτια σου με μαύρη κορδέλα, Θεός είναι να φιλάς στο στόμα τα πιο φαρμακερά φίδια, Θεός είναι να δακρύζεις για όσους χάθηκαν δίχως να ξέρεις τις λεπτομέρειες, να δακρύζεις για ό,τι χάθηκε, ακόμη και για τούτες τις μαργαρίτες που αύριο θα χαθούν...». Αυτά μας είπε η κυρία Δομένικα και σώπασε· ένα ύπουλο αεράκι βελόνιασε το δέρμα μας. Τότε σηκώθηκε όρθιος ο Ζήσης, που λάτρευε τόσο πολύ το Θεό ή ό,τι θεωρούσε αυτός για Θεό· από τα μάτια του κυλούσαν δάκρυα: «Πάντοτε θα δακρύζω για τις μαργαρίτες που αύριο θα χαθούν...» είπε με φωνή που έτρεμε. Κι αφού πέρασε κάμποση ώρα που μείναμε μες στη σιωπή, κι η ψύχρα του αγέρα που 'χε σηκωθεί μας λόγχιζε τα μπράτσα, είδαμε κάποτε τη δασκάλα μας να σηκώνεται αμίλητη· αμέσως σηκωθήκαμε κι εμείς κι όλοι μαζί πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το σχολείο. Μα όταν μπήκαμε στην τάξη, μας περίμενε μία έκπληξη: η λέξη «Θεός» που είχε γράψει πριν από μια ώρα στον πίνακα η κυρία Δομένικα είχε μόλις σβηστεί από φρεσκοβρεγμένο σφουγγάρι· μάλιστα στο μαύρο ξύλο είχε μείνει φανερό το ίχνος από την υγρασία του σφουγγαριού. Καθίσαμε τότε φοβισμένοι στα θρανία μας κυριευμένοι από δέος υπερκόσμιο κι ούτε ένας δεν τόλμησε να ρωτήσει ποιος είχε σβήσει εκείνη τη λέξη από το μαυροπίνακα...



θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα


μέρος β [ο άνεμος] * κεφάλαιο 11ο

εκδόσεις δήγμα
για δωρεάν κατέβασμα όλα τα κείμενα του Θ.ΤΡΙΑΡΙΔΗ στην ιστοσελίδα του http://www.triaridis.gr/
τον ευχαριστουμε πολυ!!!

φωτο Κ.ΜΠΑΡΑΣ

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Η κυρα-Μιζέρια και ο Θάνατος


Η κυρα-Μιζέρια και ο Θάνατος

Του Γκαζμέντ Καπλάνι gazikap@gmail. com

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

«Μια φορά κι έναν καιρό, λένε, ζούσε σ΄ έναν τόπο μια γριά που τα ΄χε τα χρονάκια της. Μοναδική της συντροφιά είχε μια αχλαδιά που μεγάλωνε κοντά στην πόρτα της καλύβας της. Ο κόσμος την φώναζε “κυρα-Μιζέρια”. Τα παιδιά της γειτονιάς της πήγαιναν και την κορόιδευαν και, σαν ερχόταν η εποχή που τα αχλάδια ωρίμαζαν, ανέβαιναν στην αχλαδιά και της έκλεβαν τα φρούτα! Η γριά τα κυνηγούσε και τα μάλωνε, αλλά πού να τα βγάλει πέρα μαζί τους!.. Στο τελείωμα μιας μέρας, εκεί που η γριά καθόταν στην αυλή κάτω απ΄ την αχλαδιά της, ένας ταξιδιώτης σταμάτησε μπροστά στην καλύβα της. Την ρώτησε αν θα μπορούσε να τον φιλοξενήσει για τη νύχτα που ερχόταν. Η γριά είπε στον ταξιδιώτη: “Έλα μέσα, ξένε. Κάπου θα βρω να σου στρώσω”. Όταν ξημέρωσε κι ετοιμάστηκε να φύγει, γύρισε προς το μέρος της γριάς και της είπε: “Γριά, για το καλό που μου έκανες ζήτησέ μου οτιδήποτε θελήσεις και η επιθυμία σου θα πραγματοποιηθεί”. Η κυρα-Μιζέρια είπε: “Έχω μονάχα μία επιθυμία. Θέλω όποιος σκαρφαλώνει πάνω στο δέντρο μου, να κολλάει και να μην μπορεί να κατέβει αν δεν του πω εγώ”... Πέρασε ο καιρός και τα αχλάδια φάνηκαν να κρέμονται απ΄ τα κλαδιά του δέντρου κι άρχισαν να βαραίνουν ωριμάζοντας. Τα παιδιά της γειτονιάς- όπως το ΄χανε συνήθειο- φάνηκαν ξανά στην αυλή της γριάς, σκαρφάλωσαν πάνω στο δέντρο, έφτασαν μέχρι την κορφή του, έκοψαν τα φρούτα μα, σαν πήγαν να κατέβουν, δεν μπορούσαν! Ύστερα από πολλά παρακάλια η γριά δέχτηκε να τα αφήσει να κατέβουν απ΄ το δέντρο, αλλά με την υπόσχεση ότι δεν θα την ξαναενοχλούσαν ποτέ πια... Κύλησαν οι μέρες κι ένα σούρουπο, εκεί που η κυρα-Μιζέρια καθόταν κάτω απ΄ την αχλαδιά της, είδε να έρχεται κάποιος ταξιδιώτης απ΄ τον δρόμο.

Τα ποδάρια του λες και δεν πάταγαν στη γη, το ρούχο του γιομάτο τρύπες και κουρέλια, το πρόσωπό του σκοτεινό- μάτια δεν έβλεπες. Πλησίασε και στάθηκε μπροστά στην καλύβα της γριάς. Η κυρα-Μιζέρια, σαν τον είδε, τον ρώτησε: “Παιδάκι μου τίνος είσαι εσύ; Δεν σε ξέρω, τι ζητάς στα μέρη μας;”. Εκείνος αποκρίθηκε: “Γριά, είμαι ο Θάνατος και ήρθα να σε πάρω”.

Η γριά σαν τ΄ άκουσε απάντησε: “Αχ παλικάρι μου! Να ΄ξερες πώς σε περιμένω! Μα, μήπως μπορείς να μου κάνεις μια τελευταία χάρη; Δεν σκαρφαλώνεις λιγάκι στην αχλαδιά να κόψεις κάμποσα αχλάδια για τον δρόμο να ΄χουμε να τρώμε;”. Ο Θάνατος ξεγελάστηκε και σκαρφάλωσε πάνω στο δέντρο να κόψει τα αχλάδια. Μάζεψε όσα μάζεψε, γέμισε το σακούλι του, πάει να κατέβει, μα πού! Τα χρόνια πέρασαν και δεν πέθανε κανένας πια σ΄ αυτόν τον κόσμο. Οι γιατροί, οι φαρμακοποιοί, οι παπάδες, οι νεκροθάφτες άρχισαν να παραπονιούνται. Έχαναν τις δουλειές τους και πεινούσαν. Εκτός απ΄ αυτό, υπήρχαν άνθρωποι που είχαν παραγεράσει, έφτασαν στα τελευταία τους και ένιωθαν κουρασμένοι από τη ζωή. Ήταν έτοιμοι για το ταξίδι στον άλλο κόσμο και περίμεναν την ώρα του λυτρωμού. Μα πού ο Θάνατος; Ήταν κολλημένος στην αχλαδιά της γριάς! Όταν έφτασαν όλα αυτά στ΄ αυτιά της κυρα-Μιζέριας, γυρίζει και του λέει: “Θάνατε, δεν μου λες, άμα σ΄ αφήσω να κατέβεις θα μου υποσχεθείς ότι δεν θα ξανάρθεις ποτέ να με πάρεις;”. Το σκέφτηκε καλά ο Θάνατος. Είδε και τη δουλειά που είχε μαζευτεί, τι να κάνει; “Μια ψυχή λιγότερη τι αξία έχει; Μια παλιόγρια είναι του λόγου της”, σκέφτηκε... Από τότε ο Θάνατος έρχεται και φεύγει σε τούτο τον κόσμο και κάθε φορά παίρνει πλούσιους, παίρνει φτωχούς, παίρνει άντρες και παίρνει γυναίκες, καμιά φορά ξεχνιέται και παίρνει και παιδιά, παίρνει χοντρούς και παίρνει και αδύνατους. Μα η κυρα-Μιζέρια από τότε, λένε, μένει για πάντα ανάμεσα στους ανθρώπους...».


ΥΓ:Παραμύθι από το Πουέρτο Ρίκο, ένα από τα δώδεκα παραμύθια ενός καταπληκτικού ημερολογίου με τίτλο «Λαϊκά παραμύθια από τις άκρες του κόσμου» (Εκδ. Α/συνέχεια), τα οποία επιμελείται ο Δημήτρης Προύσαλης. Ένα ιδανικό δώρο για τον εαυτό σας και τους φίλους σας.

LΙΝΚ:
http://gazikapllani.blogspot.com










φωτο:Κ.ΜΠΑΡΑΣ

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

Στη χώρα των θανάτων


Νομίζω ότι όταν γεννήθηκα, δεν γεννήθηκα ολόκληρη. Ενα μέρος μου φράκαρε μέσα στη μήτρα, σφήνωσε στα τοιχώματά της και αρνιόταν να γεννηθεί.

Μπορεί και να το κράτησε η μαμά μέσα της για να τη ζεσταίνει, αλλά όταν μεγαλώσω θα της το πάρω. Δεν θα της το επιστρέψω ποτέ. Εκείνη δεν με έδιωξε απ' το σώμα της παριστάνοντας τον Θεό;

Θυμάμαι ακόμα τις σαπουνάδες που γλιστρούσαν στο σώμα μου καθώς κολυμπούσα. Ερχόμουν κατά συρροή. Τα νερά του ποταμού ήταν κίτρινα και χύνονταν μέσα μου. Γύρω γύρω είχε μουσική -για όχθες. Κάποιος με έσπρωχνε να βγω. Βγήκα. Ηταν η τελευταία μέρα που ήμουν ελεύθερη: Η μέρα που γεννήθηκα.

Εξω έκανε κρύο. Βγαίνοντας απ' το σπίτι, η θάλασσα έλειπε. Τα όστρακα, οι χρωματιστές πεταλίδες, τα κίτρινα νερά, η μαγεία του βυθού, είχαν εξαφανιστεί. Δεν είχα πια τίποτε να πω, μόνο να θυμάμαι· κι όμως, μόλις άρχιζα να μαθαίνω να μιλώ. Στην αρχή με κραυγές· απελπισίας. Μετά με πραγματικές λέξεις, που απεδείχθη ότι δεν ήταν καθόλου πραγματικές. Ετσι, επέστρεψα ξανά στις κραυγές μου. Εβλεπα το άγαλμα του εαυτού μου στημένο· σε έναν σταθμό, σε ένα σχολείο, σε ένα σπίτι, σε ένα επάγγελμα, σε έναν έρωτα, σε μια ζωή. Γιατί έπρεπε να περάσω από τόσους θανάτους;

Οι Ινδιάνοι λένε ότι η ποίηση συμβαίνει όταν ένα ρήμα, ένα ουσιαστικό κι ένα επίθετο συναντιούνται για πρώτη φορά. Η ερώτηση δεν είναι αν σου αρέσει, αλλά αν την αντέχεις. Η συντριβή είναι δεδομένη. Θα ήθελα να κατασκευάζω τα πράγματα, αλλά εδώ έξω ήταν αδύνατον. Πάτησα, λοιπόν, πάνω στη σκιά μου και ανέβηκα σ' έναν βράχο. Μάζεψα τους ήλιους που βρήκα, τους έκανα κέικ. Γύρω γύρω στόλισα φως. Το φως περπατούσε ξυπόλυτο πάνω στην τούρτα. Οι πατούσες του ήταν ξεβαμμένες. Το ίδιο και οι δικές μου. Η πρώτη μου ποιητική προσπάθεια ήταν στη διαπασών.

Τώρα θέλω να επιστρέψω και δεν μπορώ. Σ' αυτό που έζησε απ' τη βροχή. Πόσο τοις εκατό σκουριά, πόσο τοις εκατό χαμόγελο; Το ουράνιο τόξο έχει πηδήξει απ' το μπαλκόνι. Η σπηλιά με τα κίτρινα νερά και τις χρωματιστές πεταλίδες έχει γκρεμιστεί. Ο,τι έκανα, δεν το έκανα εγώ. Το έκαναν οι άλλοι, για τους οποίους δεν ευθύνομαι. Ομως, βαρύνομαι. Σχεδόν αποκλειστικά.

Σταύρος Σταυρόπουλος

(Στη χώρα των θανάτων | Άρθρα και Στήλες | Από την Ελευθεροτυπία

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009)

(φωτο:Κ.ΜΠΑΡΑΣ)



Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009

ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ φαγητού


Πριν λίγα χρόνια είχα έναν φίλο που πέθανε η μάνα του απότομα, από καρδιά. Ήταν περίεργο παιδί και δεν έκλαψε καθόλου, ούτε με το πρώτο σοκ, ούτε μετά- στις εκκλησίες και στους τάφους. Ήταν κλειστός σαν πέτρα, γιατί την αγαπούσε πολύ.
Το βράδυ που έφυγαν οι επισκέπτες από το σπίτι (σχεδόν τους έδιωξε), εξαντλημένος άνοιξε το ψυγείο. Σε ένα τάπερ βρήκε γεμιστά. Τα είχε μαγειρέψει η μάνα του μια μέρα πριν πεθάνει.
Έκατσε στο τραπέζι, μόνος, και σαν υπνωτισμένος άρχισε να τρώει. Ένιωσε κάτι υπόκωφο και βίαιο να του ξεθεμελιώνει τα σπλάχνα:η οικειότητα αυτής της γεύσης. Το ρύζι, η ντομάτα, το συγκεκριμένο λάδι, ο συγκεκριμένος άνηθος- αυτό το παζλ που ανήκε αποκλειστικά στη μάνα του΄ έτσι όπως όλοι έχουμε μύτες και
μάγουλα,αλλά ο καθένας μας είναι μοναδικός.

Τότε μόνο τον πήραν τα κλάματα. Έκλαιγε και έτρωγε, σιγά σιγά,για να μην τελειώσουν γρήγορα τα γεμιστά του. Ήξερε ότι δεν θα ξαναβρεί αυτήν τη γεύση ποτέ, πουθενά
(όσο κι αν την αναζητάει, ασυνείδητα, σε μαγαζιά, ταβέρνες, φάνσι ρεστοράν...)...

από τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο
LiFO 15-21.10.2009 EDITORIAL

φωτο ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΑΡΑΣ

Δευτέρα 6 Απριλίου 2009

Κοίτα πως έκλεισαν οι δρόμοι μας 01


Είχα χάσει ολόκληρες μέρες φωνάζοντας, χτυπώνταςτο κεφάλι μου στον τοίχο με λύσσα...ανίσχυρη:Αυτό που θα έπρεπε να είχα κάνει ήταν να τον αγκαλιάσω.


Άραγε το σώμα διαθέτει κρυφές δυνάμεις, που του επιτρέπουν να περνάει τέτοιες μέρες; Δεν έκλαψα. Ακόμα δεν έχω κλάψει. Ξέρω πως είναι νεκρός. Δεν τον περιμένω πια. Όταν η πόρτα της πολυκατοικίας χτυπάει μέσα στη νύχτα, ξέρω πως δεν είναι αυτός. Δεν περιμένω ν’ ακούσω τα κλειδιά του στην κλειδαριά. Ποτέ δε θα μου ξαναπεί; «Πες μου κάτι αστείο». Κι εγώ δε θα ξαναγκρινιάξω, δε θα ξανακλαψουρίσω, ούτε θα ξαναγελάσω, παρά μόνο με κάποιον ή κάποια που ξέρει να γελάει, να δίνει έξυπνες απαντήσεις. Σαν τον Ιάνη. Ξέρω πως αυτό είναι παιχνίδι για δύο, για τρεις, όχι για έναν.



ΦΡΑΝΣΟΥΑΖ ΞΕΝΑΚΗ "Κοίτα πως έκλεισαν οι δρόμοι μας" εκδοσεις:ΠΑΤΑΚΗΣ


φωτο:Κ.ΜΠΑΡΑΣ

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2008

Παραλλαγές θανάτου 02

Ο θάνατος θα 'ρθει και θα' χει τα μάτια σου-
αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει
απ'το πρωί ως το βράδυ,άγρυπνος,
κρυφός, σαν μια παλιά τύψη
ή μια παράλογη συνήθεια.

ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ

(μεταφρ:Σωτήρης Τριβιζάς
εκδόσεις:Καστανιώτη)

φωτο:Κ.ΜΠΑΡΑΣ

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2008

Παραλλαγές θανάτου 01

Δεν ξέρω τι συμβαίνει με το πρόσωπό σου


Δεν αντέχω να το κοιτάζω
Δεν είσαι πια μέσα στο πρόσωπό σου Τα μάτια σου δεν είναι πια τα δικά σου μάτια
είναι




(JON FOSSE παραλλαγές θανάτου
μετάφρ:Κατερίνα Σαρροπούλου εκδόσεις ΑΓΡΑ)


(φωτο:Κ.ΜΠΑΡΑΣ)